Η ζωή των ανθρώπων δε μένει για πολύ καιρό έξω από τις συμφορές
οὐδὲν ἕρπει θνατῶν βιότῳ πάμπολύ γ' ἐκτὸς ἄτας
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευμετάβολο ζωής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ευμετάβολο ζωής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 12 Μαρτίου 2016
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016
Ευριπίδης, Ιππόλυτος, στιχ. 1104-1110 (χορός)
Ανακουφίζομαι από τις στενοχώριες, όταν σκέφτομαι τις φροντίδες των θεών· χάνω, όμως, την ελπίδα για την πρόνοιά τους, όταν βλέπω τις τύχες και τα έργα των ανθρώπων· κι αυτό γιατί η μία αλλαγή συναλλάσσεται με την άλλη και η ζωή των ανθρώπων είναι πάντοτε άστατη και πολυπλάνητη
ἦ μέγα μοι τὰ θεῶν μελεδήμαθ', ὅταν φρένας ἔλθῃ, λύπας παραιρεῖ• ξύνεσιν δέ τιν' ἐλπίδι κεύθων λείπομαι ἔν τε τύχαις θνατῶν καὶ ἐν ἔργμασι λεύσσων• ἄλλα γὰρ ἄλλοθεν ἀμείβεται, μετὰ δ' ἵσταται ἀνδράσιν αἰὼν πολυπλάνητος αἰεί
ἦ μέγα μοι τὰ θεῶν μελεδήμαθ', ὅταν φρένας ἔλθῃ, λύπας παραιρεῖ• ξύνεσιν δέ τιν' ἐλπίδι κεύθων λείπομαι ἔν τε τύχαις θνατῶν καὶ ἐν ἔργμασι λεύσσων• ἄλλα γὰρ ἄλλοθεν ἀμείβεται, μετὰ δ' ἵσταται ἀνδράσιν αἰὼν πολυπλάνητος αἰεί
Ευριπίδης, Ιππόλυτος, στιχ. 981-982 (χορός)
Δε γνωρίζω πώς ν’ αποκαλέσω κάποιον άνθρωπο καλότυχο· κι αυτό γιατί όλα μπορούν ν’ αναστραφούν
οὐκ οἶδ' ὅπως εἴποιμ' ἂν εὐτυχεῖν τινα θνητῶν• τὰ γὰρ δὴ πρῶτ' ἀνέστραπται πάλιν
οὐκ οἶδ' ὅπως εἴποιμ' ἂν εὐτυχεῖν τινα θνητῶν• τὰ γὰρ δὴ πρῶτ' ἀνέστραπται πάλιν
Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016
Ευριπίδης, Εκάβη, στιχ. 280-281 (Εκάβη)
Δεν πρέπει να εξουσιάζουν οι δυνατοί πέρα από το δίκαιο, ούτε να θεωρούν, όταν είναι ευτυχισμένοι, πως αυτό θα κρατήσει για πάντα
οὐ τοὺς κρατοῦντας χρὴ κρατεῖν ἃ μὴ χρεών, οὐδ' εὐτυχοῦντας εὖ δοκεῖν πράξειν ἀεί
οὐ τοὺς κρατοῦντας χρὴ κρατεῖν ἃ μὴ χρεών, οὐδ' εὐτυχοῦντας εὖ δοκεῖν πράξειν ἀεί
Ευριπίδης, Ορέστης, στιχ. 340 (χορός)
Ο μεγάλος πλούτος και η ευτυχία δεν κρατούν για πάντα στους ανθρώπους
ὁ μέγας ὄλβος οὐ μόνιμος ἐν βροτοῖς
ὁ μέγας ὄλβος οὐ μόνιμος ἐν βροτοῖς
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016
Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ, στιχ. 607-615 (Οιδίποδας)
Μόνο τους θεούς δεν τους βρίσκουν τα γηρατειά και ούτε πεθαίνουν, ενώ όλα τα άλλα τα συνταράσσει ο παντοκράτορας χρόνος. Η γονιμότητα της γης χάνεται, όπως και η δύναμη του σώματος. Πεθαίνει η πίστη, φυτρώνει η απιστία, και το ίδιο φρόνημα ποτέ δεν παραμένει ούτε στους φίλους ούτε ανάμεσα στις πόλεις. Γιατί σε άλλους τώρα, σε άλλους σε μεταγενέστερο χρόνο, τα ευχάριστα γίνονται πικρά και πάλι τα πικρά αγαπητά
μόνοις οὐ γίγνεται θεοῖσι γῆρας οὐδὲ κατθανεῖν ποτε, τὰ δ' ἄλλα συγχεῖ πάνθ' ὁ παγκρατὴς χρόνος• φθίνει μὲν ἰσχὺς γῆς, φθίνει δὲ σώματος. θνῄσκει δὲ πίστις, βλαστάνει δ' ἀπιστία, καὶ πνεῦμα ταὐτὸν οὔποτ' οὔτ' ἐν ἀνδράσιν Φίλοις βέβηκεν οὔτε πρὸς πόλιν πόλει• τοῖς μὲν γὰρ ἤδη, τοῖς δ' ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ τὰ τερπνὰ πικρὰ γίγνεται καὖθις φίλα.
μόνοις οὐ γίγνεται θεοῖσι γῆρας οὐδὲ κατθανεῖν ποτε, τὰ δ' ἄλλα συγχεῖ πάνθ' ὁ παγκρατὴς χρόνος• φθίνει μὲν ἰσχὺς γῆς, φθίνει δὲ σώματος. θνῄσκει δὲ πίστις, βλαστάνει δ' ἀπιστία, καὶ πνεῦμα ταὐτὸν οὔποτ' οὔτ' ἐν ἀνδράσιν Φίλοις βέβηκεν οὔτε πρὸς πόλιν πόλει• τοῖς μὲν γὰρ ἤδη, τοῖς δ' ἐν ὑστέρῳ χρόνῳ τὰ τερπνὰ πικρὰ γίγνεται καὖθις φίλα.
Ευριπίδης, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, στιχ. 1117-1122 (χορός)
Μακάρι να ήμουν από πάντα δυστυχισμένη· γιατί δεν αντέχεις τις συμφορές, αν δεν είσαι σύντροφός τους από πριν· το να αλλάζει η τύχη σου είναι δυστυχία· οι άνθρωποι δεν αντέχουν να βουλιάζουν στη θλίψη μετά από μια ευτυχισμένη ζωή
ζηλοῦσ᾿ ἄταν διά παντός δυσδαῖμον· ἐν γάρ ἀνάγκαις οὐ κάμνεις σύντροφος ὤν. μεταβάλλει δυσδαιμονία· τό δέ μετ᾿ εὐτυχίας κακοῦσθαι θνατοῖς αἰών
ζηλοῦσ᾿ ἄταν διά παντός δυσδαῖμον· ἐν γάρ ἀνάγκαις οὐ κάμνεις σύντροφος ὤν. μεταβάλλει δυσδαιμονία· τό δέ μετ᾿ εὐτυχίας κακοῦσθαι θνατοῖς αἰών
Ευριπίδης, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, στιχ. 721-722 (Πυλάδης)
Αλλά και η πιο μεγάλη δυστυχία μπορεί πολύ εύκολα ν᾿ αλλάξει, όταν το θελήσει η τύχη
ἀλλ᾿ ἔστιν ἔστιν, ἡ λίαν δυσπραξία λίαν διδοῦσα μεταβολάς ὅταν τύχῃ
ἀλλ᾿ ἔστιν ἔστιν, ἡ λίαν δυσπραξία λίαν διδοῦσα μεταβολάς ὅταν τύχῃ
Ευριπίδης, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, στιχ. 161-163 (Αγαμέμνων)
Κανείς από τους ανθρώπους δεν είναι ως το τέλος καλότυχος κι ευτυχισμένος· κανείς μέχρι τώρα χωρίς λύπη στη ζωή του
θνητῶν δ᾿ ὄλβιος ἐς τέλος οὐδείς οὐδ᾿ ευδαίμων· οὔπω γάρ ἔφυ τις ἄλυπος
θνητῶν δ᾿ ὄλβιος ἐς τέλος οὐδείς οὐδ᾿ ευδαίμων· οὔπω γάρ ἔφυ τις ἄλυπος
Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016
Ευριπίδης, Τρωάδες, στιχ. 1211-1214 (Εκάβη)
Όποιος από τους ανθρώπους νομίζει πως η χαρά του θα κρατάει για πάντα είναι ανόητος· οι τύχες, όπως ο άνθρωπος, είναι ασταθείς, άλλοτε εδώ άλλοτε εκεί πηδώντας, και κανείς δεν ευτυχεί για πάντα
θνητῶν δέ μῶρος ὅστις εὖ πράσσειν δοκῶν βέβαια χαίρει· τοῖς τρόποις γάρ αἱ τύχαι, ἔμπληκτος ὡς ἄνθρωπος, ἄλλοτ᾿ ἄλλοσε πηδῶσι, κοὐδείς αὐτός εὐτυχεῖ ποτε
θνητῶν δέ μῶρος ὅστις εὖ πράσσειν δοκῶν βέβαια χαίρει· τοῖς τρόποις γάρ αἱ τύχαι, ἔμπληκτος ὡς ἄνθρωπος, ἄλλοτ᾿ ἄλλοσε πηδῶσι, κοὐδείς αὐτός εὐτυχεῖ ποτε
Ευριπίδης, Ηρακλής Μαινόμενος, στιχ. 1291-1293 (Ηρακλής)
Οι μεταβολές της τύχης φέρνουν θλίψη στον άνθρωπο που κάποτε τον αποκαλούσαν ευτυχισμένο· όποιος, όμως, πάντα έχει συνηθίσει στη δυστυχία, δεν πονάει
κεκλημένῳ δέ φωτί μακαρίῳ ποτέ αἱ μεταβολαί λυπηρόν· ᾧ δ᾿ ἀεί κακῶς ἔστ᾿, οὐδέν ἀλγεῖ συγγενῶς δύστηνος ὤν
κεκλημένῳ δέ φωτί μακαρίῳ ποτέ αἱ μεταβολαί λυπηρόν· ᾧ δ᾿ ἀεί κακῶς ἔστ᾿, οὐδέν ἀλγεῖ συγγενῶς δύστηνος ὤν
Ευριπίδης, Ηρακλής Μαινόμενος, στιχ. 774-777 (χορός)
Ο χρυσός και η ευτυχία παρασύρουν το μυαλό των ανθρώπων οδηγώντας τους στη βία της αδικίας. Κανείς δεν μπορεί να δει πως ο χρόνος κύκλους κάνει
ὁ χρυσός ἅ τ᾿ εὐτυχία φρενῶν βροτούς ἐξάγεται, δύνασιν ἄδικον ἐφέλκων. Χρόνου γάρ οὔτις τό πάλιν εἰσορᾶν ἔτλα
ὁ χρυσός ἅ τ᾿ εὐτυχία φρενῶν βροτούς ἐξάγεται, δύνασιν ἄδικον ἐφέλκων. Χρόνου γάρ οὔτις τό πάλιν εἰσορᾶν ἔτλα
Ευριπίδης, Ηρακλής Μαινόμενος, στιχ. 103-104 (Αμφιτρύωνας)
Οι ευτυχισμένοι δεν παραμένουν μέχρι το τέλος ευτυχείς. Όλα είναι ενάντια μεταξύ τους
οἵ τ᾿ εὐτυχοῦντες διά τέλους οὐκ ευτυχεῖς. ἐξίσταται γάρ ἀπ᾿ ἀλλήλων πάντα δίχα
οἵ τ᾿ εὐτυχοῦντες διά τέλους οὐκ ευτυχεῖς. ἐξίσταται γάρ ἀπ᾿ ἀλλήλων πάντα δίχα
Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016
Ευριπίδης, Ηρακλής Μαινόμενος, στιχ. 511-512 (Αμφιτρύωνας)
Ο μεγάλος πλούτος και η ευτυχία δε γνωρίζω να μένουν σταθεροί για πάντα σε κάποιον
ὁ δ᾿ ὄλβος ὁ μέγας ἥ τε δόξ᾿ οὐκ οἶδ᾿ ὅτῳ βέβαιος ἐστί
ὁ δ᾿ ὄλβος ὁ μέγας ἥ τε δόξ᾿ οὐκ οἶδ᾿ ὅτῳ βέβαιος ἐστί
Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016
Ευριπίδης, Ηρακλείδαι, στιχ. 610-614 (χορός)
Ποτέ η ευτυχία δεν πηγαίνει στο ίδιο σπίτι πάντα· η μία μοίρα κυνηγάει την άλλη από πίσω· εκείνον που βρίσκεται ψηλά τον ρίχνει στην καταφρόνια, ενώ στο φτωχό θεμελιώνει την ευτυχία
οὐδέ τόν αὐτόν ἀεί βεβάναι δόμον εὐτυχία· παρά δ᾿ ἄλλαν ἄλλα μοῖρα διώκει. τόν μέν ἀφ᾿ ὑψηλῶν βραχύν ᾤκισε, τόν δ᾿ ἀλέταν εὐδαίμονα τεύχει
οὐδέ τόν αὐτόν ἀεί βεβάναι δόμον εὐτυχία· παρά δ᾿ ἄλλαν ἄλλα μοῖρα διώκει. τόν μέν ἀφ᾿ ὑψηλῶν βραχύν ᾤκισε, τόν δ᾿ ἀλέταν εὐδαίμονα τεύχει
Αισχύλος, Πέρσες, στιχ. 595-599 (ΑΤΟΣΣΑ)
φίλοι, όποιος έχει γευτεί τις συμφορές, γνωρίζει καλά πως, όταν πέσει το κακό, οι θνητοί συνηθίζουν τότε όλα να τα φοβούνται· όταν, όμως, τα φέρνει ο θεός καλά, πιστεύουν τότε πως για πάντα θα φυσάει ούριος άνεμος
φίλοι, κακῶν μέν ὅστις ἔμπειρος κυρεῖ, ἐπίσταται βροτοῖσιν ὡς ὅταν κλύδων κακῶν ἐπέλθῃ, πάντα δειμαίνειν φίλον, ὅταν δ᾿ ὁ δαίμων εὐροῇ, πεποιθέναι τόν αὐτόν αἰέν ἄνεμον οὐριεῖν τύχας
φίλοι, κακῶν μέν ὅστις ἔμπειρος κυρεῖ, ἐπίσταται βροτοῖσιν ὡς ὅταν κλύδων κακῶν ἐπέλθῃ, πάντα δειμαίνειν φίλον, ὅταν δ᾿ ὁ δαίμων εὐροῇ, πεποιθέναι τόν αὐτόν αἰέν ἄνεμον οὐριεῖν τύχας
Ευριπίδης, Ελένη, στιχ. 711-715 (άγγελος προς Ελένη)
Δυσκολονόητος ο θεός κόρη μου· ολοένα αλλάζει. Εδώ κι εκεί, πότε ψηλά πότε βαθιά, οδηγεί τα πάντα· ο ένας δυστυχεί, ο άλλος όχι, αλλά και πάλι χάνεται, δεν έχει πάντα η τύχη σιγουριά
ὦ θυγάτερ, ὁ θεός ὡς ἔφυ τι ποικίλον καί δυστέκμαρτον. εὖ δέ πως πάντα στρέφει ἐκεῖσε κἀκεῖσ᾿ ἀναφέρων· ὅ μέν πονεῖ, ὅ δ᾿ οὐ ποιήσας αὖθις ὄλλυται κακῶς, βέβαιον οὐδέν τῆς ἀεί τύχης ἔχων
ὦ θυγάτερ, ὁ θεός ὡς ἔφυ τι ποικίλον καί δυστέκμαρτον. εὖ δέ πως πάντα στρέφει ἐκεῖσε κἀκεῖσ᾿ ἀναφέρων· ὅ μέν πονεῖ, ὅ δ᾿ οὐ ποιήσας αὖθις ὄλλυται κακῶς, βέβαιον οὐδέν τῆς ἀεί τύχης ἔχων
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015
Ευριπίδης, Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, στιχ. 22-27 (Αγαμέμνων)
Και το να αγαπάς τα αξιώματα είναι γλυκό, αν όμως πέσουν βαριά σου φέρνουν μεγάλη στενοχώρια. Πότε οι θεοί που δε σεβάστηκες φέρνουν τα πάνω κάτω στη ζωή, πότε αφανίζουν τη ζωή ανθρώπων με αχάριστες γνώμες
καί τό πρότιμον γλυκύ μέν, λυπεῖ δέ προσιστάμενον. τοτέ μέν, τά θεῶν, οὐκ ὀρθωθέντ᾿ ἀνέτρεψε βίον, τοτέ δ᾿ ἀνθρώπων γνῶμαι πολλαί καί δυσάρεστοι διέκναισαν
καί τό πρότιμον γλυκύ μέν, λυπεῖ δέ προσιστάμενον. τοτέ μέν, τά θεῶν, οὐκ ὀρθωθέντ᾿ ἀνέτρεψε βίον, τοτέ δ᾿ ἀνθρώπων γνῶμαι πολλαί καί δυσάρεστοι διέκναισαν
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015
Σοφοκλής, Αίας, στιχ. 1077-1087 (Μενέλαος)
Ο καθένας πρέπει, όσο μεγάλο ανάστημα κι αν έχει, να ξέρει πως μπορεί να τον γκρεμίσει κι ένα μικρό κακό. Και μάθε κείνος που νιώθει φόβο και οργή, γλιτώνει· μα όπου μπορεί ο καθένας έτσι να καυχιέται κι ό,τι θέλει να κάνει, να λογιάζεις πως θα ‘ρθει κάποια μέρα που σε μαύρους βυθούς η πολιτεία θα βουλιάξει, κι ας είχε ξεκινήσει πρίμα. Κάποιος σωτήριος φόβος ας με παραστέκει και να μην λογαριάζουμε πως όταν κάνουμε αυτά που μας ευχαριστούνε, δε θα τα ξεπληρώσουμε μ’ εκείνα που μας στενοχωρούν. Αυτά πηγαίνουν το ΄να ξοπίσω απ’ τ’ άλλο.
᾿Αλλ' ἄνδρα χρή, κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα, δοκεῖν πεσεῖν ἂν κἂν ἀπὸ σμικροῦ κακοῦ. Δέος γὰρ ᾧ πρόσεστιν αἰσχύνη θ' ὁμοῦ, σωτηρίαν ἔχοντα τόνδ' ἐπίστασο• ὅπου δ' ὑβρίζειν δρᾶν θ' ἃ βούλεται παρῇ, ταύτην νόμιζε τὴν πόλιν χρόνῳ ποτὲ ἐξ οὐρίων δραμοῦσαν εἰς βυθὸν πεσεῖν. ᾿Αλλ' ἑστάτω μοι καὶ δέος τι καίριον, καὶ μὴ δοκῶμεν δρῶντες ἃν ἡδώμεθα οὐκ ἀντιτίσειν αὖθις ἃν λυπώμεθα. ῞Ερπει παραλλὰξ ταῦτα
᾿Αλλ' ἄνδρα χρή, κἂν σῶμα γεννήσῃ μέγα, δοκεῖν πεσεῖν ἂν κἂν ἀπὸ σμικροῦ κακοῦ. Δέος γὰρ ᾧ πρόσεστιν αἰσχύνη θ' ὁμοῦ, σωτηρίαν ἔχοντα τόνδ' ἐπίστασο• ὅπου δ' ὑβρίζειν δρᾶν θ' ἃ βούλεται παρῇ, ταύτην νόμιζε τὴν πόλιν χρόνῳ ποτὲ ἐξ οὐρίων δραμοῦσαν εἰς βυθὸν πεσεῖν. ᾿Αλλ' ἑστάτω μοι καὶ δέος τι καίριον, καὶ μὴ δοκῶμεν δρῶντες ἃν ἡδώμεθα οὐκ ἀντιτίσειν αὖθις ἃν λυπώμεθα. ῞Ερπει παραλλὰξ ταῦτα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)